Αγγλική λέξη: to wear

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • носить / одевать
  • tragen
  • llevar / vestir
  • porter
  • giymek / takmak
  • nosić / ubierać
  • носити / одягати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:I wear a hat.

Αγγλική λέξη: to wear - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo