Αγγλική λέξη: to wake

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • просыпаться / будить
  • aufwachen / wecken
  • despertar
  • se réveiller / réveiller
  • uyanmak / uyandırmak
  • budzić się / budzić kogoś
  • прокидатися / будити

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:I wake at seven o’clock.

Αγγλική λέξη: to wake - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo