Αγγλική λέξη: to tie
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- зав’язувати / зв’язувати
- связывать / завязывать
- binden
- atar
- attacher / nouer
- bağlamak
- wiązać
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:She ties her hair back.