Αγγλική λέξη: to teach
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- обучать / учить
- lehren / unterrichten
- enseñar
- enseigner
- öğretmek
- uczyć / nauczać
- навчати / вчити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I teach English.