Αγγλική λέξη: to shave
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- брить / бриться
- rasieren
- afeitar / rasurar
- raser
- tıraş olmak / tıraş etmek
- golić / ogolić
- голити / голитися
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I shave every morning.