Αγγλική λέξη: to quit

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο B1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • бросать (привычку) / прекращать
  • aufhören / kündigen
  • dejar / renunciar
  • arrêter / abandonner
  • bırakmak / işi bırakmak
  • rzucać / rezygnować
  • кидати (звичку) / залишати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:I quit smoking.

Αγγλική λέξη: to quit - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo