Αγγλική λέξη: to prove
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- доказывать
- beweisen
- demostrar / probar
- prouver
- kanıtlamak
- udowadniać
- доводити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I prove my idea to the teacher.