Αγγλική λέξη: to penetrate

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο B1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • проникати
  • проникать
  • dringen
  • penetrar
  • pénétrer
  • nüfuz etmek
  • przenikać

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Light penetrates the room.

Αγγλική λέξη: to penetrate - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo