Αγγλική λέξη: to pay
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- платить
- bezahlen / zahlen
- pagar
- payer
- ödemek
- płacić
- платити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:We always pay in cash.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:We always pay in cash.