Αγγλική λέξη: to open
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- открывать
- öffnen
- abrir
- ouvrir
- açmak
- otwierać
- відкривати / відчиняти
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I want to open the window.