Αγγλική λέξη: to learn
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- учить / изучать
- lernen
- aprender
- apprendre
- öğrenmek
- uczyć się / nauczyć się
- вчитися / дізнаватися
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I learn English every day.
Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού
Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.