Αγγλική λέξη: to lead

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • вести / руководить
  • führen / leiten
  • guiar / liderar
  • diriger / guider
  • yönetmek / rehberlik etmek
  • prowadzić / kierować
  • вести / очолювати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:He leads the team well.

Αγγλική λέξη: to lead - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo