Αγγλική λέξη: to hurt

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • болеть / причинять боль
  • wehtun / verletzen
  • doler / lastimar
  • faire mal / blesser
  • canını yakmak / incitmek
  • boleć / zranić
  • боліти / завдавати болю

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Don’t hurt your friends.

Αγγλική λέξη: to hurt - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo