Αγγλική λέξη: to grow
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- расти
- wachsen
- crecer
- grandir / croître
- büyümek
- rosnąć
- рости
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:The tree grows quickly.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Κείμενο:The tree grows quickly.