Αγγλική λέξη: to forbid

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο B1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • запрещать
  • verbieten
  • prohibir
  • interdire
  • yasaklamak
  • zabraniać
  • забороняти

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:They forbid smoking here.

Αγγλική λέξη: to forbid - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo