Αγγλική λέξη: to find
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- находить / найти
- finden
- encontrar
- trouver
- bulmak
- znaleźć / odnaleźć
- знаходити / знайти
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:The child finds a toy.