Αγγλική λέξη: to fight

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • драться / бороться
  • kämpfen
  • luchar / pelear
  • se battre
  • kavga etmek / savaşmak
  • walczyć
  • битися / боротися

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Two boys fight in the yard.

Αγγλική λέξη: to fight - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo