Αγγλική λέξη: to fence
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- фехтовать
- fechten
- practicar esgrima / luchar
- faire de l’escrime
- eskrim yapmak
- szermować
- фехтувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:He fences very well.