Αγγλική λέξη: to feed

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • кормить
  • füttern
  • alimentar / dar de comer
  • nourrir
  • beslemek
  • karmić
  • годувати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:I feed the cat.

Αγγλική λέξη: to feed - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo