Αγγλική λέξη: to clean
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- чистить / убирать
- reinigen
- limpiar
- nettoyer
- temizlemek
- czyścić / posprzątać
- чистити / прибирати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I clean my room every day.