Αγγλική λέξη: to cancel

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • отменять
  • streichen
  • cancelar / anular
  • annuler
  • iptal etmek / sildirmek
  • odwoływać / anulować
  • скасовувати / анулювати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:We need to cancel the meeting.

Αγγλική λέξη: to cancel - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo