Αγγλική λέξη: to beat

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο B1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • бить / ударять
  • schlagen
  • golpear
  • battre / frapper
  • dövmek / vurmak
  • bić
  • бити / вдаряти

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:I beat the drum.

Αγγλική λέξη: to beat - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo