Γερμανική λέξη: bersten
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο C1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- pękać (literacko)
- тріскатися, розколюватися
- to burst / to crack
- трескаться, разрываться
- resquebrajarse
- se fissurer / éclater
- çatlamak
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Die Mauer drohte zu bersten, nachdem jahrelang Feuchtigkeit in das Gestein eingedrungen war.
Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού
Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.