Δομή της γερμανικής γλώσσας

teilnehmen an (+ Dat.)

Παραδείγματα σε κείμενο

  • Κείμενο:Ich nehme am Kurs teil.

teilnehmen an (+ Dat.) - Δομή από τη γερμανική γλώσσα | Folengo