Αγγλική λέξη: to swear

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο B1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • клясться / присягать
  • schwören
  • jurar
  • jurer
  • yemin etmek
  • przysięgać
  • клястися / присягати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:He swears to tell the truth.

Αγγλική λέξη: to swear - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo