Αγγλική λέξη: to steal
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- красть / воровать
- stehlen
- robar
- voler
- çalmak / hırsızlık yapmak
- kraść
- красти / викрадати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:He tries to steal a wallet.