Αγγλική λέξη: to spit

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο B1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • плевать / извергать
  • speien / spucken
  • escupir / vomitar
  • cracher / vomir
  • tükürmek / püskürtmek
  • pluć / wymiotować
  • плювати / вивергати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:The volcano began to spit lava.

Αγγλική λέξη: to spit - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo