Αγγλική λέξη: to smell
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- нюхать / пахнуть
- riechen
- oler
- sentir
- koklamak
- wąchać / pachnieć
- нюхати / пахнути
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I like to smell the flowers.