Αγγλική λέξη: to scream
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- кричать / орать
- schreien
- gritar
- crier
- bağırmak / haykırmak
- krzyczeć
- кричати / голосно вигукувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:The child screams loudly.