Αγγλική λέξη: to pinch

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • щипать
  • kneifen
  • pellizcar
  • pincer
  • çimdik atmak
  • szczypać
  • щипати

Σημασία και προέλευση

  • He pinches my arm.

Αγγλική λέξη: to pinch - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo