Αγγλική λέξη: to let

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • позволять / оставлять
  • lassen
  • dejar / permitir
  • laisser
  • izin vermek / bırakmak
  • pozwalać / zostawiać
  • дозволяти / залишати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:I let him go.

Αγγλική λέξη: to let - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo