Αγγλική λέξη: to lend
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- leihen
- prestar
- prêter
- ödünç vermek
- pożyczać
- одалживать / давать в долг
- позичати / давати в борг
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I lend my book to my friend.