Αγγλική λέξη: to dwindle

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο C1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • постепенно уменьшаться / сокращаться
  • schwinden
  • disminuir gradualmente
  • diminuer progressivement
  • giderek azalmak
  • stopniowo maleć
  • поступово зменшуватися

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:The crowd began to dwindle.

Αγγλική λέξη: to dwindle - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo