Αγγλική λέξη: to carry
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- нести / переносить
- tragen
- llevar / cargar
- porter / transporter
- taşımak / götürmek
- nieść / nosić / przenosić
- носити / переносити / нести
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I want to carry the bag.