Αγγλική λέξη: to borrow

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • брать взаймы
  • leihen (sich etwas)
  • tomar prestado
  • emprunter
  • ödünç almak
  • pożyczać
  • брати в борг / позичати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:We borrow money from the bank.

Αγγλική λέξη: to borrow - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo