Αγγλική λέξη: must

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • müssen
  • должен / быть обязанным
  • deber
  • devoir
  • zorunda olmak / gerekli olmak
  • musieć
  • мусити

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:She must study for the test.

Αγγλική λέξη: must - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo