Γερμανική λέξη: schaffen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to create / to manage
  • crear / lograr
  • créer / réussir
  • yaratmak / başarmak
  • tworzyć / dawać radę
  • створювати / справлятися
  • создавать / справляться

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er schafft die Aufgabe.

Γερμανική λέξη: schaffen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo